ἑρπυλλίς

ἑρπυλλ-ίς, ίδος, ,
A grasshopper, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑρπυλλίς — grasshopper fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ερπυλλίς — (4ος αι. π.Χ.). Παλλακίδα του Αριστοτέλη και μητέρα του γιου του, Νικόμαχου. Έμεινε κοντά στον φιλόσοφο έως τον θάνατό του. Ο Αριστοτέλης της κληροδότησε ένα τάλαντο και το σπίτι του της Χαλκίδας, και την εμπιστεύθηκε στη στοργή των μαθητών του… …   Dictionary of Greek

  • ἑρπυλλίδα — ἑρπυλλίς grasshopper fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπυλλίδι — ἑρπυλλίς grasshopper fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρπυλλίδος — ἑρπυλλίς grasshopper fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.